1968, η ΑΕΚ αντιμετώπιζε τον Ολυμπιακό για την 5η αγωνιστική του πρωταθλήματος στο «Καραϊσκάκη», όπου έμελλε να πάρει παλικαρίσιο «διπλό».
Ένα άσχημο ξεκίνημα στην έναρξη της σεζόν για την ΑΕΚ στο πρωτάθλημα με μία ισοπαλία και δύο ήττες, θα σταματούσε με μία μεγάλη νίκη μέσα στο γήπεδο του Ολυμπιακού.
Η αναμέτρηση εξελίχθηκε ιδανικά για τους κιτρινόμαυρους καθώς στο 12’ είχε δοκάρι με τον Παπαϊωάννου και δυο λεπτά αργότερα, ο Νικολαΐδης έδωσε το προβάδισμα στην Ένωση, μετά από σουτ.
Στο 30’ ο Σιδέρης ισοφάρισε με κεφαλιά για τον Ολυμπιακό, λίγο πριν υπάρξει η πρώτη… ερυθρόλευκη κλάψα, για το πέναλτι που δόθηκε στον Καραφέσκο. Οι ερυθρόλευκοι διέκοψαν για 12 λεπτά τον αγώνα επειδή διαμαρτύρονταν στον διαιτητή, όπου του έσκισαν και την μπλούζα.
Τελικά ο Καραφέσκος εκτέλεσε το πέναλτι εύστοχα, κάνοντας το 1-2, που ήταν και το σκορ ημιχρόνου, ενώ οι Πειραιώτες είχαν μείνει με παίκτη λιγότερο. Το δεύτερο ημίχρονο ξεκίνησε με τους ερυθρόλευκους να ισοφαρίζουν στο 63’, με τον Σιδέρη.
Από εκεί και πέρα τη παράσταση έκλεψε, ο πολύ καλός στην αναμέτρηση, Μίμης Παπαϊωάννου. Στο 78’, με απευθείας φάουλ, νίκησε τον αντίπαλο τερματοφύλακα και έκανε το 1-3. Στο 86’, η ΑΕΚ μένει δίχως τερματοφύλακα και στην θέση αυτή μπαίνει ο Παπαϊωάννου, μετά από απόφαση του κιτρινόμαυρου προπονητή.
Ο προπονητής της ΑΕΚ είχε δικαίωμα αντικατάστασης με τερματοφύλακα ,καθώς λίγους μήνες πριν είχαν καθιερωθεί αλλαγές στο ποδόσφαιρο, όμως επέλεξε να δώσει τα γάντια στον Μίμη, ο οποίος έκανε δυο θαυμάσιες αποκρούσεις.
Η ερυθρόλευκη… κλάψα όμως δεν σταμάτησε στην λήξη της αναμέτρησης (2-3), αλλά συνεχίστηκε με την ένσταση που κατέθεσαν επειδή ανέφεραν πως τα 15 τελευταία λεπτά του αγώνα διεξήχθησαν χωρίς ανάλογο φωτισμό.